Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα


Βορειοηπειρωτικό ζήτημα καλείται το σύνολο των αδιάκοπων και διαχρονικών αγώνων του Ελληνικού έθνους για την απελευθέρωση του βορείου τμήματος της Ηπείρου που βρίσκεται υπό ξένη κατοχή.


ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΗΠΕΙΡΟΥ

Αρχαίοι-Βυζαντινοί χρόνοι-Τουρκοκρατία

"Αρχέγονος Ελλάς Ήπειρος" χαρακτηρίζει την περιοχή αυτή του Ελληνισμού ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (2ος αι. μ.Χ.) ενώ ο Αριστοτέλης (4ος αι. π.Χ.) την αποκαλεί "Ελλάδα την αρχαίαν". Η Ήπειρος είχε το όνομά της πάντοτε συνδεδεμένο με τη μοίρα του Ελληνισμού και τα 3000 χρόνια αδιαμφισβήτητης και συνεχούς ελληνικότητας δηλώνουν τα κατάστικτα με αρχαιολογικούς τόπους και μνημεία εδάφη της. Στην "άπειρον γη" ("άπειρος" = απέραντη είναι η "Ήπειρος" στα δωρικά) έζησε και μεγαλούργησε ο Ελληνισμός στο διάβα της Ιστορίας, αλλά και σήμερα εκεί ζει, αγωνίζεται και αντιστέκεται...
Στην περιοχή κατοικούσαν από αρχαιοτάτων χρόνων ελληνικά φύλλα όπως Χάονες,  Μολοσσοί και Θεσπρωτοί. Λατρευόταν το δωδεκάθεο, ομιλείτο η ελληνική γλώσσα και ο πολιτισμός και οι εκδηλώσεις των κατοίκων δεν διέφεραν από των υπολοίπων Ελλήνων. Η ελληνικότητα των κατοίκων περιγράφεται από τον Σκύλακα, τον Θεόπομπο και τον Ηρόδοτο. Βασιλείς λαμβάνουν μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες ενώ συστρατεύονται και στον πόλεμο κατά των Περσών. H B. Ήπειρος που ανήκε στο βασίλειο του Πύρρου γνώρισε την πλήρη καταστροφή, μετά την κατάληψή της από τους Ρωμαίους, ως εκδίκηση για τις ήττες που είχαν υποστεί από τους Ηπειρώτες.

Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους δέχθηκε πλήθος επιδρομών από βόρειους λαούς όπως Γότθους, Βούλγαρους, Σέρβους και Ενετούς. Στην Ήπειρο ιδρύθηκε το ομώνυμο Δεσποτάτο από τον Μιχαήλ Α’ Κομνηνό το οποίο έφθανε έως το Δυρράχιο διατηρώντας έτσι αλώβητη την εθνική συνείδηση, γλώσσα, ήθη και έθιμα της Ελλάδας. Mε την πτώση της Κωνσταντινούπολης υποδουλώνεται όλη η Ήπειρος ενώ δοκιμάζεται ακόμη σκληρότερα η Β. Ήπειρος με ένταση της προσπάθειας εξισλαμισμού που κορυφώνεται τον 18ο αιώνα. Το ρεύμα εξισλαμισμού ανέκοψε φάλαγγα μαρτύρων κορυφαίος των οποίων υπήρξε ο εθναπόστολος Κοσμάς ο Αιτωλός.

Στις περιοχές αυτές ζούσαν επί το πλείστον Έλληνες ορθόδοξοι. Συγκεκριμένα, με βάση την τουρκική απογραφή του 1908, κατοικούσαν εκεί 326.778 χριστιανοί και 174.802 μωαμεθανοί. Από μια άλλη στατιστική (του Geografico de Agostini της Ρώμης) προκύπτει ότι το 1907 σε ολόκληρη την Ήπειρο κατοικούσαν 452.000 κάτοικοι από τους οποίους οι 297.000 ήταν χριστιανοί και οι 155.000 μωαμεθανοί. Παρόλα αυτά, όταν οι Τούρκοι αποχωρούσαν από την Ήπειρο το καλοκαίρι του 1912, προς όφελος των Αλβανών, αναγνώρισαν ως αλβανικά τα διαμερίσματα (βιλαέτια) της Σκόδρας, του Κοσόβου, του Μοναστηρίου αλλά και των Ιωαννίνων.

Νεώτεροι χρόνοι-Γέννηση Βορειοηπειρωτικού ζητήματος

1η Περίοδος
Κατά τον Α΄Βαλκανικό πόλεμο η Β. Ήπειρος απελευθερώνεται από τον Ελληνικό στρατό. Η Ηπειρωτική εκστρατεία λήγει με την απελευθέρωση του Τεπελενίου την 6ηΜαρτίου





2η Περίοδος

Από τον Δεκέμβριο του 1912 οι μεγάλες δυνάμεις πιεζόμενες από την Αυστρία και Ιταλία είχαν αποφασίσει να αναγνωρίσουν την Αλβανία ως ανεξάρτητο κράτος. Όταν ο Ελληνικός στρατός έφθασε προ της Αυλώνος η Ιταλία δήλωσε ότι τυχόν απελευθέρωση αυτής θα σήμαινε πόλεμο μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας καθώς θα απειλούνταν ζωτικά συμφέροντά της στην Αδριατική θάλασσα. Η Ελλάδα αναγκάσθηκε να συμμορφωθεί σταματώντας την προέλαση του στρατού στην Χειμάρα απελευθερώνοντας τα εδάφη μέχρι της γραμμής Τεπελενίου-Κλεισούρας-ποταμοί Άψος-Αώος μέχρι της νότιας άκρης της λίμνης Αχρίδας. Την 29η Ιουλίου 1913 με την λεγόμενη <<Πρεσβευτική διάσκεψη>> που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο ιδρύθηκε το Αλβανικό κράτος. Το μεγάλο έγκλημα των Ευρωπαϊκών δυνάμεων ολοκληρώθηκε με το Πρωτόκολλό της Φλωρεντίας την 17 Δεκεμβρίου 1913 με το οποίο επιδικαζόταν στο νεοσύστατο Αλβανικό κράτος το βόρειο τμήμα της Ηπείρου. Τα ελληνικά στρατεύματα αποχώρησαν παραδίδοντας έτσι 300.000 και πλέον Έλληνες στους Τουρκαλβανούς.

Κήρυξη αυτονομίας


Η απόφαση της Φλωρεντίας γνωστοποιήθηκε την 13η Φεβρουαρίου 1914 και ως αντίβαρο παραχωρήθηκε στην Ελλάδα η κυριαρχία των νήσων του Αιγαίου πελάγους. Οι Βορειοηπειρώτες πήραν την τύχη στα χέρια τους και την 14η Φεβρουαρίου 1914 η Πανηπειρωτική συνέλευση στο Αργυρόκαστρο σχημάτισε κυβέρνηση και κήρυξε την αυτονομία της Ηπείρου υψώνοντας την ελληνική σημαία στις σπουδαιότερες πόλεις και καλώντας σε αγώνα τον πληθυσμό. Οι Αλβανικές δυνάμεις ηττήθηκαν από τον στρατό της αυτόνομης Ηπείρου υπό τον Αντισυνταγματάρχη Αλέξανδρο Δούλη και εγκατέλειψαν τα Βορειοηπειρωτικά εδάφη. Οι διαπραγματεύσεις πραγματοποιήθηκαν στην Κέρκυρα και κατέληξαν με την υπογραφή του ομώνυμου πρωτοκόλλου την 17η Μαίου 1914, σύμφωνα με το οποίο προβλεπόταν η αυτονομία της Β. Ηπείρου υπό την επικυριαρχία του ηγεμόνα της Αλβανίας Γουλιέλμου, με επίσημη γλώσσα την Ελληνική και εκκλησιαστικά και εκπαιδευτικά προνόμια. Εξαιτίας της αναρχίας που επικρατούσε στην Αλβανία και της ενάρξεως του Α’ Παγκοσμίου πολέμου οι Μ. Δυνάμεις έδωσαν εντολή στην Ελλάδα να καταλάβει την Β. Ήπειρο προκειμένου να επιβληθεί η τάξη. Ο Ελληνικός στρατός εισήλθε εκ νέου στην Β. Ήπειρο τον Οκτώβριο 1914 και παρέμεινε έως το καλοκαίρι του 1916. Κατόπιν λόγω της Μικρασιατικής εκστρατείας και του εθνικού διχασμού οι Μ. Δυνάμεις το Νοέμβριο του 1921 επιδίκασαν και πάλι την Β. Ήπειρο στην Αλβανία κατά την πρεσβευτική διάσκεψη των Παρισίων.

Απελευθέρωση Β. Ηπείρου κατά τον Ελληνοιταλικό πόλεμο του 1940

Για τρίτη φορά απελευθερώνεται η Β. Ήπειρος πλην όμως λόγω της δυσμενούς εξέλιξης του πολέμου επαναφέρεται στην προτέρα κατάσταση. Κατά τη διάρκεια της κατοχής τον Ιούλιο του 1942 ιδρύεται το Μέτωπο Απελευθέρωσης Β. Ηπείρου (ΜΑΒΗ) με σκοπό την απελευθέρωση και την ενσωμάτωση με την Ελλάδα. Το ΜΑΒΗ ενισχυόμενο από τον ΕΔΕΣ σημείωσε αρχικώς επιτυχίες και επροστάτευσε επαρκώς τον ελληνικό πληθυσμό της Β. Ηπείρου. Με την συρρίκνωση του ΕΔΕΣ μετά από επέμβαση του ΕΛΑΣ απεκόπη το ΜΑΒΗ από τον Ελληνικό κορμό και διαλύθηκε από τους Αλβανούς. 



Μετά τη λήξη του Β’ΠΠ κατά τη σύνοδο των Παρισίων ο υπουργός Εξωτερικών της Μ. ΒρεττανίαςBEVIN δήλωσε την 15η Μαίου 1945 ότι θα πρέπει να εξετασθούν θετικά οι αξιώσεις της Ελλάδας για την Β. Ήπειρο. Το ζήτημα εισήχθη την 29η Ιουλίου 1946 στην διάσκεψη των 21 εθνών στο Παρίσι με δεδομένο ότι η Αμερικανική Γερουσία την ίδια ημέρα αποδέχθηκε παμψηφεί την παραχώρηση της Β. Ηπείρου και των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα. Κατά την συζήτηση και μετά την οξεία αντίδραση του υπουργού Εξωτερικών της ΕΣΣΔ το ζήτημα παραπέμφθηκε στο συμβούλιο των 4 υπουργών εξωτερικών. Στο εν λόγω συμβούλιο που έγινε στη Νέα Υόρκη συμφωνήθηκε ότι η απόφαση για το Βορειοηπειρωτικό θα ληφθεί μετά τη συνθήκη ειρήνης με την Αυστρία, η οποία υπογράφηκε την 15ηΜαίου 1955, αλλά το Βορειοηπειρωτικό παραμένει μέχρι σήμερα σε εκκρεμότητα.


Σημερινή κατάσταση

Η Β. Ήπειρος τρεις φορές απελευθερώθηκε και ξανασκλαβώθηκε. Το 1971 γίνεται ανταλλαγή πρεσβευτών με την Αλβανία καθόσον συνεχίζεται η εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ των δύο χωρών που άρθηκε από την Ελλάδα το 1987. Η Αλβανία όλα αυτά τα χρόνια αρνείτο την επίλυση του υπόψη ζητήματος. Με την μονομερή άρση του εμπολέμου δεν υπογράφηκε μεταξύ των δύο χωρών συνθήκη ειρήνης που να διασφαλίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα των Βορειοηπειρωτών. Το κομμουνιστικό καθεστώς της Αλβανίας επί δεκαετίες πολέμησε λυσσωδώς την Ορθόδοξη εκκλησία και τον ελληνισμό. Το γκρέμισμα των ιερών ναών, η μετατροπή τους σε αποθήκες, η καταπίεση, ο εξευτελισμός και οι φυλακίσεις       Ελλήνων βρίσκονταν σε ημερήσια διάταξη. Παράλληλα πολεμήθηκαν τα δικαιώματα στην γλώσσα και στην εκπαίδευση ενώ απαγορευόταν κάθε επικοινωνία με την Ελλάδα, λαμβάνοντας μέτρα αφελληνισμού του πληθυσμού και απώλειας της εθνικής του ταυτότητας. Με την κατάρρευση του κομμουνισμού τίποτε δεν άλλαξε για τους Έλληνες. Η διαφορά των καθεστώτων συνίσταται στο ότι ενώ το κομμουνιστικό προσπαθούσε να αλβανοποιήσει  τους Βορειοηπειρώτες, το νέο καθεστώς επιχειρεί τον διωγμό του ελληνικού στοιχείου από την Β. Ήπειρο και την μεγαλύτερη δυνατή μείωσή του. Έτσι χιλιάδες Βορειοηπειρώτες πέρασαν τα σύνορα προς την Ελλάδα και συνεπώς το πρόβλημα πλέον συνίσταται στην διατήρηση του ελληνικού πληθυσμού πέραν των συνόρων.

Συμπεράσματα
Η Β. Ήπειρος ως ενιαίο κομμάτι της Ηπείρου από την αρχαιότητα αποτελούσε εθνική ενότητα συνδεδεμένη με τον Ελληνισμό. Η Αλβανία δεν υφίσταται ως εθνική ή κρατική οντότητα πριν από το 1913, αλλά ιδρύεται με απόφαση των μεγάλων δυνάμεων. Η ανυπαρξία ιστορικών καταβολών και εθνικής συνείδησης οδήγησε τους Αλβανούς σε διαστρέβλωση της ιστορίας και σφετερισμό πολλών ιστορικών ελληνικών στοιχείων. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η στάση γνωστών ανθελλήνων των οποίων παρατίθενται λόγοι ‘’μεγάλου πατριωτικού ενδιαφέροντος’’:

Πηγή: Άρθρο του Μιχαήλ Τσάντη, μέλους της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε, περιοδικό “Νέος Κόσμος” (σελ. 54-55), Φεβρουάριος 1960
«Μιλώντας για την ψυχροπολεμική θέση της κυβέρνησης Καραμανλή στα Βαλκάνια, απ’ αφορμή τις προτάσεις για τη μετατροπή τους σε ζώνη ειρήνης και στην πρώτη απύραυλη ζώνη στον κόσμο, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε και στη στάση της απέναντι στην άλλη Λαϊκή Δημοκρατία, την Αλβανία. Υπεύθυνοι κυβερνητικοί παράγοντες της Αλβανίας ζήτησαν επανειλημμένα την αποκατάσταση όχι μοναχά επισήμων διπλωματικών, αλλά και φιλικών σχέσεων καλής γειτονίας με την Ελλάδα, με την οποία τη συνδέουν κοινοί αγώνες και αδελφικοί δεσμοί. Η κυβέρνηση Καραμανλή, σύμφωνα με τη γενικώτερη ψυχροπολεμική της θέση, αποκρούει και την ιδέα ακόμη της αποκατάστασης διπλωματικών σχέσεων, προβάλλοντας το εντελώςαστήριχτο και γελοίο «επιχείρημα» ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με την Αλβανία, που υπήρξε το πρώτο θύμα του φασισμού και των εμπρηστών του πολέμου στα Βαλκάνια. Το επιχείρημά της αυτό το συνδυάζει με όχι λιγότερο αστήριχτες εδαφικές διεκδικήσεις σε βάρος της Αλβανίας

Πηγή: Απόσπασμα ομιλίας Ζαχαριάδη στην 7η ολομέλεια της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε, Μάιος 1950
«Μέσα στη Βουλή, γνωστοί δημοκρατικοί παράγοντες, παρασέρνονται από τη μοναρχοφασιστική πίεση και πρωτοστατούν στο εθνικιστικό παραλήρημα με τη διατύπωση εδαφικών αξιώσεων, σε βάρος της Αλβανίας και της Βουλγαρίας. Οι αναβιώσεις αυτές, είναι υποτροπή των σοβαρών λαθών, που με τη δική μας ανοχή ή πρωτοβουλία βαρύνουν και αμαυρώνουν την ένδοξη εαμική κληρονομιά και που σήμερα πρέπει να ξεπεραστούν πέρα για πέρα, γιατί το ξεπέρασμα τους αποτελεί το πρώτο γνώρισμα για έναν συνεπή δημοκράτη και αγωνιστή και για την ειρήνη. Πρέπει και εμείς και οι φίλοι και συναγωνιστές μας να καταλάβουμε καλά και καθαρά ότιοποιαδήποτε υποχώρηση μας, στο σημείο αυτό είναι άμεση εκ μέρους μας υποστήριξη στ’ αμερικανικά πολεμικά σχέδια, στη δημιουργία του άξονα Αθήνα-Βελιγράδι, στο τράβηγμα της Ελλάδας στις τυχοδιωκτικές Αγγλοσαξωνικές περιπέτειες ενάντια στη Σοβιετική Ένωση και τις Λαϊκές Δημοκρατίες…»




Κόσοβο-Β. Ήπειρος: Συγκρίσιμα μεγέθη;

Στο Κόσοβο επί Τίτο  οι Αλβανοί απολάμβαναν ευρεία αυτονομία  τόσο στην πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση όσο και στον εκπαιδευτικό, πολιτιστικό και θρησκευτικό τομέα με σεβασμό  όλων των δικαιωμάτων τους. Είχαν ανεξάρτητη από την κεντρική εξουσία  εκπαίδευση ακόμη και πανεπιστημιακού επιπέδου, δικές τους εφημερίδες και ραδιοφωνικούς σταθμούς,  ενώ συμμετείχαν σε μεγάλο ποσοστό και στα όργανα τάξης & ασφάλειας. Αυτά βεβαίως περιορίστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 από τον Μιλόσεβιτς και μετά από τα γνωστά γεγονότα (νατοϊκοί βομβαρδισμοί), οι Αλβανοί βρίσκονται ένα βήμα από την ανεξαρτησία, και μάλιστα σε εδάφη που θεωρούνται η κοιτίδα του σερβικού έθνους, αν και τα τελευταία 50 χρόνια το παιχνίδι της πληθυσμιακής υπεροχής κρίθηκε οριστικά υπέρ των Αλβανών.

Αντιθέτως στη Βόρειο Ήπειρο ισχύουν τα εξής τραγελαφικά και ετεροβαρή σε σχέση με αυτά που απολαμβάνουν οι Κοσοβάροι:
1) Δεν έχει γίνει ακόμη μετά από 20 χρόνια «δημοκρατίας» επίσημη και ουσιαστική απογραφή που να λαμβάνει υπ’ όψη της τις εθνικές, θρησκευτικές  και πολιτιστικές ιδιαιτερότητες των Αλβανών πολιτών, κάτι που θα επέτρεπε την συστηματική καταγραφή των βορειοηπειρωτών (ελληνόφωνων, αλβανόφωνων και βλαχόφωνων) που θα διατράνωναν μέσα από την απογραφή την ταυτότητά τους.

2) Οι Αλβανοί στηριγμένοι σε Χοτζικούς νόμους αναγνωρίζουν ως μειονότητα (και πάλι όχι με πλήρη δικαιώματα  όπως προβλέπονται από τον ΟΑΣΕ και τον ΟΗΕ) μόνο 99 χωριά σε 3 νομούς της Βορείου Ηπείρου. Όλες οι άλλες περιοχές (ενδεικτικά Αργυρόκαστρο, Κορυτσά, Χειμάρρα, Πρεμετή, Λεσκοβίκι Αγ. Σαράντα.) δεν αναγνωρίζονται, με συνέπεια να μην δικαιούνται τα ελληνόπουλα να μαθαίνουν τη γλώσσα και την ιστορία της πατρίδας τους, ενώ επί Χότζα δεν επιτρεπόταν ούτε η ομιλία στα ελληνικά. Χαρακτηριστική είναι η συνεχιζόμενη άρνηση των Αλβανών για άνοιγμα ελληνικού σχολείου στη Χειμάρρα, ενώ στην Κορυτσά δόθηκε η άδεια αλλά με status ιδιωτικού σχολείου για να μη θεωρηθεί ως αναγνώριση ύπαρξης Ελλήνων στην περιοχή.

Αξίζει να σημειωθεί ότι σήμερα στη «Γεωγραφία της Αλβανίας» που διδάσκεται στην Γ’ Λυκείου των σχολείων της χώρας, οι μαθητές δε μαθαίνουν μόνο για τα σημερινά όρια του Αλβανικού κράτους αλλά, και για τις Αλβανικές περιοχές (Treva Shqiptare), περιοχές που «αδίκως» - όπως λέει αρκετές φορές στο βιβλίο – το Συμβούλιο των Πρεσβευτών του 1913 άφησε εκτός των ορίων του κράτους Στις περιοχές αυτές περιλαμβάνονται 3 νομοί του Μαυροβουνίου, όλο το Κόσσοβο και άλλες τρεις περιοχές της Σερβίας, το μεγαλύτερο μέρος του κράτους των Σκοπίων και 8 νομοί της Ελλάδος. Το βιβλίο αυτό που διδάσκονται και τα Ελληνόπουλα της Βορείου Ηπείρου, έχει εξώφυλλο το χάρτη της Αλβανίας να πλαισιώνεται από τις «Αλβανικές περιοχές» (treva shqiptare) εκτός συνόρων.

Η προπαγάνδα των Αλβανών για να γίνει πιο πειστική, στο υποκεφάλαιο «Πληθυσμός και οικονομία» , χρησιμοποιεί τις αρχαιολογικές «ανακαλύψεις» και διάφορα ιστορικά έγγραφα - χωρίς να αναφέρει κανένα - σύμφωνα με τα οποία αυτές οι περιοχές κατοικούνταν από την αρχαιότητα από Αλβανο-ιλλυρικά φύλα, ενώ υπήρχαν και λίγοι Έλληνες!

3) Αλλά και στον τομέα του πολιτισμού οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου βλέπουν καθημερινά τα αρχαιολογικά  μνημεία τους (Βουθρωτό, Απολλωνία, Αντιγόνεια, κ.α..) τεκμήρια μιας τρισχιλιόχρονης λαμπρής ιστορίας, είτε να αφήνονται στην τύχη τους και να ρημάζουν είτε να τα οικειοποιούνται οι Αλβανοί ως δικά τους καταστρέφοντας τις ελληνικές επιγραφές.

4) Στον εκκλησιαστικό τομέα, βεβαίως υπάρχει η αλβανική Εκκλησία αλλά ακόμη δεν της έχει αποδοθεί πλήρως η περιουσία της ενώ σε εβδομαδιαία βάση υπάρχουν διαρρήξεις, κλοπές, και καταστροφές σε εκκλησάκια και ναούς κυρίως στον χώρο της ελληνικής μειονότητας. Επίσης δεν έχει λυθεί ακόμη το θέμα με την πλήρωση της κενής έδρας της Μητροπόλεως Αργυροκάστρου όπου κατοικεί και ο κύριος όγκος της μειονότητας.

5) Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό είναι το θέμα των περιουσιών των ελληνικών χωριών που βρίσκονται ανά πάσα στιγμή στο έλεος των αλβανικών δικαστικών αρχών ή στη βουλιμία του κάθε τοπικού παράγοντα που τα εποφθαλμιά. Χωρίς τις περιουσίες τους τα ελληνικά χωριά στραγγαλίζονται οικονομικά  και αυτός είναι ένας από τους σοβαρότερους λόγους (μαζί με την έλλειψη ασφαλούς και υγιούς  πλαισίου για επιχειρηματική δραστηριότητα, και την απουσία ελληνικής παιδείας για τα παιδιά τους) που οδήγησαν πολλούς  στην απόφαση να αναζητήσουν καλύτερη τύχη στην Ελλάδα.

Σε όλα τα παραπάνω και σε άλλα πολλά φαίνεται η χαώδης διαφορά που χωρίζει την κατάσταση των δύο περιοχών (Βορ.Ηπείρου και Κοσόβου) καθώς και το πώς κατάφεραν οι Κοσοβάροι εκμεταλλευόμενοι την εύνοια του διεθνούς παράγοντα να έχουν αυτή τη στιγμή το μέλλον τους στα χέρια τους. Δυστυχώς η Ελλάδα δρώντας σπασμωδικά παρακολουθεί μάλλον τους Βορειοηπειρώτες που μένουν στον τόπο τους να δίνουν μια άνιση μάχη ενάντια στο Αλβανικό κράτος  και περιορίζεται σε μεμονωμένες αντιδράσεις που δεν αρκούν όμως για να αλλάξουν το κλίμα και να δώσουν πραγματική ελπίδα στους Έλληνες αδελφούς μας. Αν μάλιστα συγκρίνουμε τη στάση μας με το πώς υπερασπίζονται οι εξ ανατολών γείτονές μας υπαρκτές και ανύπαρκτες συγγενικές τους μειονότητες, βάσει μακροπρόθεσμου σχεδιασμού και παρά τη δεινή οικονομική τους κατάσταση, τότε μάλλον θα πρέπει να σκύψουμε το κεφάλι από ντροπή.

Κατ’ αρχήν, είναι αδιανόητο μετά από τη μονομερή ανακήρυξη ανεξαρτησίας από το Κοσσυφοπέδιο, να παραμείνει τελματωμένο το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα. Δεύτερο και σπουδαιότερο είναι ότι  το θέμα της Βορείου Ηπείρου προηγείται ιστορικά και είναι επί της ουσίας πολύ πιο έτοιμο προς λύση στην κατεύθυνση της αυτονομίας. Άσχετα αν παροδικά συμφέροντα πουήθελαν ένα βολικό προτεκτοράτο και η αδράνεια της Ελληνικής πλευράς οδήγησαν σε θέσεις και στάσεις όπως αυτή της Αμερικανικής πολιτικής.

Πάντως η αλήθεια παραμένει, ότι σε αντίθεση με τους Κοσοβάρους: οι Βορειοηπειρώτες δεν διεκδικούν την πατρίδα κάποιου άλλου λαού και τα ιστορικά του λίκνα. Η Βόρειος Ήπειρος είναι η πανάρχαια Ελληνική πατρίδα τους και η ιστορία τους αναπόσπαστο κομμάτι της Ελληνικής ιστορίας Οι Βορειοηπειρώτες δεν βασίζονται στα άνομα συμφέροντα των ισχυρών από την Τουρκοκρατία έως σήμερα. Αντίθετα είναι αυτοί που εναντιώθηκαν και υπέστησαν τα πάνδεινα από κάθε μορφής ολοκληρωτισμόΟι Βορειοηπειρώτες δεν χρειάζεται να αιματοκυλίσουν χωριά, να σκορπίζουν πτώματα στις βουνοπλαγιές για να προκαλέσουν τη διεθνή παρέμβαση και να επιχαίρουν το βομβαρδισμό αμάχων, υποδομών ακόμη και μίας ιστορικής ευρωπαϊκής πρωτεύουσας.

Οι Βορειοηπειρώτες δεν έχουν υπόδικους και κατάδικους για εγκλήματα πολέμου στα Διεθνή Δικαστήρια. Αντίθετα χιλιάδες από αυτούς άδικα καταδικάστηκαν, διώχθηκαν, φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, εξορίστηκαν και θανατώθηκαν από τον καιρό του βασιλιά Ζώγου, των φοβερών Χότζα και Αλία, μέχρι τους ηρωικούς πέντε της «Ομόνοιας» το 1994, τους πέντε Χειμαριώτες το 2003 αλλά και τον μαρτυρικό Αριστοτέλη Γκούμα το 2010. Το μόνο τους έγκλημα, ότι ήταν Χριστιανοί και Έλληνες.

Οι Βορειοηπειρώτες δεν γκρέμισαν, ούτε κατέστρεψαν λατρευτικούς χώρους, εκκλησίες και μοναστήρια χαρακτηρισμένα ως μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς. Αντίθετα είδαν τους δικούς τους να μετατρέπονται σε στάβλους, να ισοπεδώνονται και ακόμη και σήμερα να βεβηλώνονται και να λεηλατούνται.

Συνεπώς, πράγματι η Βόρειος Ήπειρος δεν είναι Κοσσυφοπέδιο. Η Βόρειος Ήπειρος διεκδικεί τα δίκαιά της με μέσα ειρηνικά, βάσει των αρχών του  Διεθνούς Δικαίου, με ενότητα και δυναμισμό. Και για κάθε αντικειμενικό παρατηρητή που επιθυμεί την ειρήνη, η δικαίωσή της είναι μονόδρομος, κάτω όμως από μία βασική προϋπόθεση:

Την αφύπνιση του Ελληνισμού, στη Βόρειο Ήπειρο, στην ελεύθερη Ελλάδα, αλλά και παγκοσμίως.

Ταυτόχρονα, την ήδη επιβαρυμένη κατάσταση των Βορειοηπειρωτών επιδεινώνει η αργή αλλά σταθερή ανάδυση του θέματος της «Τσαμουριάς» με σκοπό τον αποπροσανατολισμό της ελληνικής αλλά και της διεθνούς κοινότητας έχοντας σχεδόν κατορθώσει να αντιστρέψει τους ρόλους σε ένα γεωπολιτικό παιχνίδι στη γειτονιά μας.


Είναι να απορεί κανείς με τις κινήσεις των "Τσάμηδων", που ζουν στην Αλβανία. Έχουν καταδικασθεί οριστικά και αμετάκλητα από αρμόδια Ελληνικά Δικαστήρια, αμέσως μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κι' αυτό, γιατί κατά την διάρκεια της Ιταλικής πρώτα και εν συνεχείᾳ της Γερμανικής Κατοχής, οι "Τσάμηδες" συνεργάσθηκαν με τους κατακτητές και προκάλεσαν όχι μόνο μεγάλες υλικές καταστροφές, αλλά και πάμπολλα θύματα Ελλήνων πατριωτών στη Θεσπρωτία. Ήταν, λοιπόν, φυσικό, μετά την αποχώρηση των Γερμανών κατακτητών, οι "Τσάμηδες" να τους ακολουθήσουν στη φυγή τους, για ν' αποφύγουν τις κυρώσεις που ήταν βέβαιο ότι θα υφίσταντο για τα ανήκουστα εγκλήματά τους. Έτσι και οι πρωταίτιοι καταδικάσθηκαν ερήμην και οι περιουσίες, τις οποίες είχαν βιαίως αρπάξει από τους Θεσπρωτούς και τις παρουσίαζαν για δικές τους, κατασχέθηκαν. Κατά συνέπεια, για την Ελλάδα δεν υφίσταται "τσάμικο" ζήτημα. Οριστικά και τελεσίδικα έχει κλείσει.

Όμως, οι "Τσάμηδες" επιμένουν και συνεχίζουν να διεκδικούν τις δήθεν περιουσίες  "τους" και να εκβιάζουν την Ελλάδα. Έτσι, στις 27 Ιουνίου που εδώ και λίγα χρόνια την έχουν καθιερώσει ως ημέρα της ... "γενοκτονίας" τους από τους Έλληνες (!), οι "Τσάμηδες" οργανώνουν πολιτιστικές εκδηλώσεις στους Αγίους Σαράντα και πραγματοποίησαν πορεία προς τα Ελληνο-αλβανικά σύνορα στην περιοχή της Σαγιάδας. Το 2010, όμως, ο "εορτασμός" τους είχε και μια προκλητική ιδιαιτερότητα : Οι εκδηλώσεις και η πορεία στηρίχθηκαν απ’ τον Δήμαρχο των Αγίων Σαράντα ‘Εντμουτ Γκιόκα. Φώναζαν συνθήματα για τη ... "μεγάλη Αλβανία" , εναντίον της Ελλάδος, αλλά και για την εδώ επιστροφή τους, αποδεικνύοντας ότι είναι αμετανόητοι. Υποστηρίζεται έντονα, ότι είναι ανεκτοί από την κυβέρνηση του Σαλί Μπερίσα, ενώ είναι γνωστό πώς συνδέονται και επικοινωνούν με τους Αλβανούς εθνικιστές του Κοσόβου και των Σκοπίων. Πρόσφατα, μάλιστα, ο πρόεδρος του "Τσάμικου" κόμματος της Αλβανίας κ. Ιντρίζι επισκέφθηκε το Κόσσοβο, όπου έγινε δεκτός με ιδιαίτερες τιμές.


Βέβαια, σήμερα, δεν υπάρχει διακριτή παρουσία "Τσάμηδων" στην Ελλάδα, οπότε δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει κάτι ανάλογο μ' αυτό που συνέβη στο Κόσσοβο. Όμως, η αλήθεια είναι ότι το θέμα των "Τσάμηδων" το εκμεταλλεύεται ο Αλβανικός εθνικισμός για την υλοποίηση του μεγαλοϊδεατισμού της γείτονος.

Είναι, λοιπόν, φανερό, ότι η Αλβανία εργάζεται μεθοδικά εις βάρος της Ελλάδος και των Βορειοηπειρωτών, πού, για άλλη μιά φορά, γίνονται θύματα και των "Τσάμηδων" και των πάσης φύσεως κακοποιών, εξ αιτίας και της αδιαφορίας ή αβελτηρίας της Ελλάδος.

Η Βόρειος Ήπειρος από μια ουσιαστικά χαμένη πατρίδα σήμερα, μπορεί να μετατραπεί σε μια πατρίδα όπου μπορεί να αναπτυχθεί και να αναγεννηθεί ο ελληνισμός στα χώματα που έζησε 3000 χρόνια. Η ευθύνη είναι ολόκληρου του Ελληνισμού και ιδιαίτερα της ηγεσίας του.



Δεν υπάρχουν σχόλια: