Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

Η σημασία των εκλογών και του δημοψηφίσματος σε Αυστρία και Ιταλία


Οι προεδρικές εκλογές και το δημοψήφισμα που διενεργήθηκαν τον προηγούμενο μήνα (4/12/16) στην Αυστρία και στην Ιταλία, αντίστοιχα αποτελούν σταθμό στην πορεία της σύγχρονης Ευρώπης. Το αποτέλεσμα των εκλογικών αναμετρήσεων στις δύο αυτές χώρες εμπεριέχει ένα βαθύτερο νόημα και δεν αποτελεί μία συνηθισμένη εκλογική διαδικασία. 


Από τις εκλογικές αυτές αναμετρήσεις και με βάση τα αποτελέσματα, ο εθνικισμός αναδεικνύεται και τυπικά πλέον σε όλη την Ευρώπη και καθίσταται σημαντικό στοιχείο της πολιτικής και κοινωνικής ζωής για το μέλλον. Στο εφεξής, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όπου θα διενεργούνται εκλογές, τα εθνικιστικά κόμματα θα διεκδικούν την κυβέρνηση ή θα κατέχουν την θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Αναφορικά με την Αυστρία, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, ότι το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών νοθεύτηκε σε μεγάλο βαθμό! Η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου την 1η Ιουλίου 2016 για την ακύρωση των προεδρικών εκλογών της 22ας Μαΐου (του ίδιου έτους), από τις οποίες ο οικολόγος Αλεξάντερ Βαν ντερ Μπέλεν βγήκε νικητής με οριακό ποσοστό, η αναβολή των εκλογών που ορίστηκαν εκ’ νέου για τις 2 Οκτωβρίου, την στιγμή που ο εθνικιστής Χόφερ προπορεύονταν με έξι μονάδες διαφορά, η καθόλου τυχαία αλλαγή των ποσοστών στις δημοσκοπήσεις υπέρ του οικολόγου υποψηφίου 2 ημέρες πριν από τις εκλογές της 4ης Δεκεμβρίου και τελικά η επικράτηση του Μπέλεν, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφιβολίας, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Γερμανία «έπαιξαν τα ρέστα τους», προκειμένου να μη επικρατήσει ο Χόφερ. Εάν επικρατούσε ο τελευταίος, οι εξελίξεις στην Ευρώπη χωρίς καμιά αμφιβολία θα ήταν καταιγιστικές… H εκλογή Μπέλεν προσωρινά απέτρεψε τις καταιγιστικές εξελίξεις, μακροπρόθεσμα όμως, δεν θα αποφέρει κανένα ουσιαστικό κέρδος για αυτούς που επίμονα μεθόδευσαν την νίκη του οικολόγου υποψηφίου, απλώς δίνει παράταση ζωής στην ΕΕ, ή οποία κινείται, ήδη σε τροχιά αποσύνθεσης…
Στην Ιταλία η φιλο-ευρωπαϊκή κεντροαριστερή διακυβέρνηση του πρωθυπουργού Ρέντσι απέδειξε την πλήρη αδυναμία της να διαχειριστεί την πολιτική κατάσταση. Κορυφαίο σφάλμα της κυβέρνησης υπήρξε η πρόταση για την μείωση των δικαιοδοσιών της σημαντικότερης Γερουσίας του κόσμου (της ιταλικής), ενώ η απόρριψη από τον λαό της συνταγματικής μεταρρύθμισης συνολικά, που προτάθηκε από τον πρωθυπουργό Ματέο Ρέντσι θα αποτελέσει και το τυπικό τέλος της κεντροαριστερής διακυβέρνησης. Η διενέργεια πρόωρων βουλευτικών εκλογών, που θα σηματοδοτήσουν την «αλλαγή πλεύσης» της Ιταλίας, είναι θέμα χρόνου. Οι εκλογές θα φέρουν στην εξουσία μία νέα κυβέρνηση, η οποία πιθανώς θα αποτελείται από το κόμμα Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο, την Λέγκα του Βορρά και το κόμμα Φόρτσα Ιτάλια του Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Στην διάρκεια της νέας διακυβέρνησης είναι αρκετά πιθανό να συμβεί και η έξοδος της χώρας από το €υρώ, ύστερα από δημοψήφισμα που θα διενεργηθεί.
Η φθίνουσα πορεία της ιταλικής κεντροαριστεράς ξεκίνησε στην ουσία τον Απρίλιο του 2013, όταν η υποψηφιότητα του Ρομάνο Πρόντι για την Προεδρία της Δημοκρατίας αποδοκιμάστηκε εντόνως από μεγάλο αριθμό βουλευτών του κεντροαριστερού Δημοκρατικού Κόμματος, πράγμα το οποίο ανάγκασε τότε σε παραίτηση από την πρωθυπουργία και από την ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος, τον σοσιαλδημοκράτη πρωθυπουργό Πιέρ Λουίτζι Μπερσάνι.
Οι ενδείξεις περί της ανόδου του εθνικισμού στην Ευρώπη γίνονται ακόμα πιο ισχυρές, φτάνει μόνο να επικαλεστεί κανείς την περίπτωση της Σουηδίας, μίας χώρας με ισχυρή σοσιαλδημοκρατική παράδοση, όπου το εθνικιστικό κόμμα Σουηδοί Δημοκράτες σε ορισμένες μετρήσεις της κοινής γνώμης καταλαμβάνει ακόμα και την πρώτη θέση με ποσοστό 25%. Το ίδιο σκηνικό υπάρχει και στην Ολλανδία, στην οποία τον Μάρτιο του 2017 θα διεξαχθούν βουλευτικές εκλογές και όπως τουλάχιστον δείχνουν τα περισσότερα προγνωστικά, το Κόμμα για την Ελευθερία του Γκερτ Βίλντερς θα ενισχύσει σημαντικά την θέση και θα αναδειχθεί, αν όχι πρώτο κόμμα, μετά βεβαιότητας δεύτερο.
Στην Γερμανία η υποστήριξη των Χριστιανοδημοκρατών στην υποψηφιότητα του σοσιαλδημοκράτη ΥΠΕΞ, Στανμάγιερ για την προεδρία της χώρας τον ερχόμενο Φεβρουάριο, εξασφαλίζει μάλλον μία νέα κυβερνητική θητεία για τον «μεγάλο συνασπισμό» CDU--SPD, έστω και με μειωμένη πλειοψηφία. Μένει να φανεί στο μέλλον, αν στο τιμόνι του συνασπισμού CDU--SPD θα παραμείνει η Αγκέλα Μέρκελ ή αν θα αντικατασταθεί από άλλο στέλεχος του CDU, το πιθανότερο από την υπουργό Άμυνας, Ούρσουλα Φον ντερ Λάϊεν. Το καινούργιο στοιχείο, όμως που θα προστεθεί στην πολιτική ζωή της Γερμανίας θα είναι η ανάδειξη του εθνικιστικού κόμματος Εναλλακτική για την Γερμανία, το οποίο από τις εκλογές- που εκτός απροόπτου θα διενεργηθούν τον Σεπτέμβριο 2017, θα αναδειχθεί 3η πολιτική δύναμη και θα καταλάβει την θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Εδώ και αρκετό καιρό γίνεται μεγάλη συζήτηση, αποκλειστικά για το αν θα κατορθώσει ή όχι η Μαρίν Λεπέν να εκλεγεί στην προεδρία της γαλλικής Δημοκρατίας την Άνοιξη του 2017. Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η όλη συζήτηση είναι εντελώς παραπλανητικός και δεν οδηγεί στην σωστή προσέγγιση του θέματος. Εάν θυμηθεί κανείς τις προεδρικές εκλογές του 2002, ο Zακ Σιράκ εξελέγη τότε στον δεύτερο γύρο των εκλογών με αντίπαλο τον Ζαν Μαρί Λεπέν, με το συντριπτικό ποσοστό του 82%.
Γύρω του συνασπίστηκαν τότε οι πλέον ετερόκλητες δυνάμεις, που θεωρητικά και μόνο έχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους. Από την κεντροδεξιά, την Σοσιαλδημοκρατία και τους μετανάστες, μέχρι την άκρα αριστερά και τον αναρχικό χώρο. Κάτι ανάλογο πάει να συμβεί και τώρα. Αποκλειστικός στόχος όλων αυτών των δυνάμεων η μη άνοδος της  Μαρίν Λεπέν στην προεδρία. Η διαφορά, όμως του σήμερα με το 2002 είναι ότι η κατάσταση στην Γαλλία εκτραχύνεται συνεχώς, με προβλήματα τεράστια, όπως ο τζιχαντισμός, που έχει προκαλέσει εκατόμβη αθώων θυμάτων, η δυσμενής οικονομική κατάσταση και οι κοινωνικές ανισότητες που διογκώνονται συνεχώς. Οι ετερόκλητες δυνάμεις που αντιστρατεύονται την Λεπέν, δεν έχουν να προτείνουν κάποια διαφορετική πολιτική για την αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων της Γαλλίας, πέραν αυτής που ισχύει σήμερα. Μοιραία, λοιπόν βρίσκονται σε άμυνα και η προσπάθεια τους για την αποτροπή της εκλογής Λεπέν στην γαλλική προεδρία, έχει ως αποκλειστικό σκοπό την δική τους πολιτική τους επιβίωση.
Η Μαρίν Λεπέν, σε αντίθεση με τις δυνάμεις που την πολεμούν, αποστρέφεται ξεκάθαρα την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την μετανάστευση, που δημιούργησε πολλά προβλήματα στην Γαλλία, δίνει ελπίδα με τον λόγο της για την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων και εκφράζει μία εθνική πολιτική με αποστάσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ εισηγείται και την επιστροφή στο γαλλικό φράγκο. Συνεπώς, η θέση της μελλοντικά θα ενισχυθεί, ανεξάρτητα αν κατορθώσει ή όχι «να περάσει την είσοδο» του Μεγάρου των Ηλυσίων. Εάν εκλεγεί στην γαλλική προεδρία ο Φρανσουά Φιγιόν, όπως διαφαίνεται μέχρι στιγμής ως πιθανότερο σενάριο και η κατάσταση στην Γαλλία εκτραχυνθεί περαιτέρω, είναι αρκετά πιθανό ο Φιγιόν να αναγκαστεί να δώσει κάποια στιγμή την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στην Μαρίν Λεπέν. Ειδικά αν η Λεπέν λάβει (στον β’ γύρο) ένα ποσοστό γύρω στο 45% θα είναι πολύ δύσκολο να αγνοηθεί. Ενδεχόμενη άνοδος, όμως της Λεπέν στην πρωθυπουργία θα σημάνει μία κοσμογονία, αφού θα αχρηστεύσει ουσιαστικά το προεδροκεντρικό σύστημα της Γαλλίας και η εντολή για την σχηματισμό της νέας κυβέρνησης στην Λεπέν, θα συνοδεύεται υποχρεωτικά και από κάποια συμφωνία, η τελευταία θα ζητήσει από την κυβερνητική πλειοψηφία να στηρίξει τις δικές της πρωτοβουλίες.
Η περίοδος που διανύουμε είναι μεταβατική. Στην διάρκεια αυτής της μεταβατικής περιόδου, θα δούμε να συντελούνται διάφορα γεγονότα, για τους περισσότερους μη αναμενόμενα. Πλησιάζουμε στο κατώφλι μιας νέας εποχής, η οποία θα σκιαγραφείται από νέα γεωπολιτικά δεδομένα και πολιτικά χαρακτηριστικά που δεν θα έχουν καμία σχέση με την σημερινή κατάσταση που επικρατεί στην Ευρώπη και κατ’ επέκταση στον κόσμο. Το Brexit, η εκλογή Τραμπ και η ενίσχυση της γεωπολιτικής θέσης της Ρωσίας μόνο τυχαία γεγονότα δεν είναι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: