Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ ΕΤΗΣΙΟ ΕΘΝΙΚΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ

Τελείται σήμερα το πεντηκοστό όγδοο Εθνικό  Μνημόσυνο  στη  Μονή  του Μαχαιρά του Υπαρχηγού της Ε.Ο.Κ.Α Γρηγόρη Αυξεντίου.
Πενήντα οκτώ ολόκληρα χρόνια σαν σήμερα,  στις  3  Μαρτίου 1957 από τη Θυσία του Ηρωα στα βουνά του Μαχαιρά, μετά  από  προδοσία και σκληρές πολύωρες μάχες που έδωσε μόνος του από το κρησφύγετο του, με ολόκληρη  τη στρατιά των Αγγλων αποικιοκρατών, μετά που τον περικύκλωσαν και τον  κάλεσαν να παραδοθεί και αμέσως τους απάντησε με δύο λέξεις.
Μολών Λαβέ και άρχισε να τους πυροβολεί.

Ο Γρηγόρης Πιερή Αυξεντίου γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου του 1928 στο κατεχόμενο σήμερα χωριό Λύση της Αμμοχώστου. Γονείς του ήταν ο Πιερής και Αντωνία Αυξεντίου.
Ο Γρηγόρης Αυξεντίου με το ψευδώνυμο Ζήδρος, κατετάχθη στον Ελληνικό στρατό και πέρασε από τη σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού. Απολύθηκε από τον Ελληνικό Στρατό ως Εφεδρος  Ανθυπολοχαγός  Πεζικού
και στη συνέχεια υπηρέτησε  στα  Ελληνοβουλγαρικά  σύνορα  για  μερικούς μήνες και επέστρεψε στη Κύπρο το 1952.
Στις 20 Ιανουαρίου 1955 ο Αυξεντίου συναντήθηκε με τον Γεώργιο Γρίβα με
το ψευδώνυμο Διγενής, στον οποίο έδωσε το λόγο  Στρατιωτικής  του  Τιμής, και έτσι μπήκε στον Αγώνα εναντίον των Αγγλων αποικιοκρατών, ως  Τομεά ρχης  Αμμοχώστου.
Εκτός από το ψευδώνυμο <<ΖΗΔΡΟΣ>> είχε και τα ψευδώνυμα<<ΡΗΓΑΣ>>  <<ΑΙΑΝΤΑΣ>> <<ΑΡΗΣ>> <<ΜΑΣΤΡΟΣ>> <<ΑΝΤΑΙΟΣ>><<ΖΩΤΟΣ>>

Κατά  τη  διάρκεια  του Αγώνα,  ανέπτυξε  πλούσια  δράση  και  Αγωνίστηκε σκληρά και σε σύντομο χρόνο του  δόθηκε η  θέση του Υπαρχηγού  Ε.Ο.Κ.Α.  Τον Δεκέμβρη του 1955 διετέλεσε Τομεάρχης Πιτσιλιάς μέχρι τον θάνατο του στο κρησφύγετο του στο Μαχαιρά.
Στον Εθνικό μας Ηρωα έχουμε όλοι οι Ελληνες Ιερό καθήκον και Υποχρέωση να παρευρεθούμε  μικροί, μεγάλοι, παιδιά, νέοι, και γέροι, στο ετήσιο  Εθνικό Μνημόσυνο να Τιμήσουμε με τη παρουσία μας ως επίσης στην όλη εκδήλωση που θα γίνει στο κρησφύγετο, να πάρουμε  τες  θύμησες  του  ολοκαυτώματος του Μεγάλου Εθνικού μας Ηρωα Γρηγόρη Αυξεντίου.
              Σε ποίημα του ο Γρηγόρης Αυξεντίου γράφει τα εξής:

                Αφήνω γεια στον Ολυμπο, σ’ όλα τα κορφοβούνια
                και σεις λημέρια μου έρημα, πλατάνια με τους ίσκιους,  
                Ζήδρο μου Καπετάνιε μου, του Μαχαιρά ξεφτέρι,
                Ζήδρο μου, η θυσία σου, τη Λευτεριά θα φέρει,
              
                Βρυσούλες με τα κρύα νερά και χαμηλά λημέρια,
                αφήνω γεια στους Σταυραετούς και σ’ όλα τα ξεφτέρια.
                Ζήδρο μου, καπετάνιε μου, του Μαχαιρά ξεφτέρι,
                Ζήδρο μου, η Θυσία σου, τη Λευτεριά θα φέρει.

               Αφήνω γεια στον ήλιο μου και στο χρυσό φεγγάρι,
               που μου’ φεγγε να περπατώ, σαν άξιο Παλικάρι.
               Ζήδρο μου, Καπετάνιε μου, του Μαχαιρά ξεφτέρι,
               Ζήδρο μου, η θυσία σου τη Λευτεριά θα φέρει.

                  Ποίημα της μητέρας του Αντωνούς Αυξεντίου

               Ξύπνα, Γρηγόρη μου, να δεις που κόντεψε η νίκη,
               τζιαί σέναν βάλλουσιν ομπρός γιατί σε σεν’ ανήκει.
              
               Ξύπνα να δεις τους κόπους σου, να δεις τα βάσανα σου,
               που νυκτοξημερώννεσουν μες τα βουνά τους βράχους,
               τζιαί κέρτισες ότι ήθελες τζιαί πήρες τα μιτά σου.

                Ξύπνα να δεις τη μάνα σου, που στέκεται κοντά σου,
                τζι’ έκαμε σίερον καρκιάν, όπως τη λεβεντιά σου.

                Θέλω δκυό λόγια να μου πεις, γιε μου, που την καρκιά σου:
                ‘‘ Μεν κλαίεις μάνα μεν κλαίεις,πως έχασες τον γιο σου,
                την ώρα του θανάτου σου, εν ν’ άμαι στο πλευρό σου.’’
             
                Την ώρα του θανάτου μου, πριχού τα μάθκια κλείσω,
                πέρκι σε δω, λεβέντη μου, τζιαί σε ξαναφιλήσω. 

               Μια μάνα τέθκιου Ηρωα, εν προσβολή να κλάψει,
               προσβάλλει τον λεβέντη της, τζιείνον πον ν’ απολάψει.

               Χαλάλιν της Πατρίδας μου το φως μου, η ζωή μου,
               τζι’αφ’ εν επαραδόθηκεν, ας έσιει την ευτζιή μου.

               Γειά σου λεβέντη, αθάνατε, Ήρωα των Ηρώων,
              που  τ’ όνομα σου άφηκες παντοτινά στον κόσμον.
           
              Τζι’εγιώ, τζιαί μάνα φάνηκα, όπως τες Ελληνίδες,
              που πιάσασιν τα όπλα τους, τζιαί τζιείνες οι ιδίες.

              Εχόγλασεν το γαίμα μου, όπλον θέλω να πιάσω,
              πάς’ τα βουνά του Μασιερά, τζιεί πάνω να πεθάνω.

              Τζιειπάνω που θυσίασεν ο γιος μου τη ψυσιήν του,
              τζειπάνω να θυσιαστώ, να’ μαι τζι’ εγιώ μαζίν του.

        Με Εκτίμηση

        Αριστος Κακουλής      

Δεν υπάρχουν σχόλια: