Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Η στρατηγική Σαουδικής Αραβίας και Ιράν για κυριαρχία στη Μέση Ανατολή

Με το… αριστερό μπήκε η νέα χρονιά στη Μέση Ανατολή. Αφορμή στάθηκε η εκτέλεση του σιίτη κληρικού Νιμρ αλ-Νιμρ από το καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας, γεγονός που γρήγορα ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στο Ιράν και στον υπόλοιπο σιιτικό κόσμο. 

Το Σάββατο (02/01/2016), διαδηλωτές εισέβαλαν, λεηλάτησαν και πυρπόλησαν την πρεσβεία της Σαουδικής Αραβίας στην Τεχεράνη. Η κλιμάκωση δεν άργησε να έρθει και μόλις σε λίγα 24ωρα η κατάσταση στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών μοιάζει έκρυθμη, με πολύ μεγάλες πιθανότητες στη σύγκρουση να εμπλακούν και άλλοι παίκτες της περιοχής. Την επομένη κιόλας μέρα, το Ριάντ ανακοίνωσε τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με το Ιράν. Ακολούθησε η διακοπή των σχέσεων με την Τεχεράνη από το Μπαχρέιν και το Σουδάν, ενώ τα ΗΑΕ, στα οποία υπάρχει μεγάλη παρουσία Ιρανών εργαζομένων, υποβάθμισαν τις διπλωματικές τους σχέσεις με το Ιράν.
Η επιλογή της Σαουδικής Αραβίας να προχωρήσει στην εκτέλεση-αποκεφαλισμό του ακτιβιστή σιίτη κληρικού μοιάζει εξαιρετικά με την επιλογή της Τουρκίας να καταρρίψει το ρωσικό μαχητικό Su 24 στις 24 Νοεμβρίου, κίνηση η οποία, όπως αποδείχτηκε αργότερα, επρόκειτο για τεράστιο στρατηγικό σφάλμα της κυβέρνησης Νταβούτογλου [1]. Η στρατηγική επιλογή του καθεστώτος των Σαούντ δεν πρέπει να εξεταστεί ξεχωριστά από την, εδώ και καιρό, προσπάθεια προσέγγισης που συντελείται μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ. Η Σαουδική Αραβία, μαζί με το Ισραήλ και την Τουρκία, είναι στην πλευρά των δυσαρετημένων από αυτή την προσέγγιση και η εκτέλεση του Νιμρ αλ-Νιμρ δεν ήταν τίποτ’ άλλο από μια προσπάθεια να μπουν προσκόμματα με απώτερο στόχο να τορπιλιστεί η προσέγγιση.
Το Ριάντ επένδυσε στο σκεπτικό ότι η πολιτική και θρησκευτική ηγεσία του Ιράν θα αντιδρούσε είτε σπασμωδικά και έντονα, αναγκάζοντας με αυτό τον τρόπο τις ΗΠΑ να σταματήσουν την προσέγγισή τους με την Τεχεράνη, είτε εντελώς νωθρά, οπότε η επιλογή της θα έμοιαζε με αναπάντητη επίδειξη ισχύος. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για λάθος υπολογισμό και τυχοδιωκτική επιλογή που μαρτυρά αμηχανία, ανασφάλεια και πανικό. Ακόμη και αν το Ιράν επέλεγε να υποβαθμίσει εντελώς το γεγονός, είναι ουτοπικό να αναμένει κανείς πως μπορούν να ελεγχθούν οι μάζες των Σιιτών σε χώρες όπως το Ιράκ, το Μπαχρέιν, ο Λίβανος, η Υεμένη, ακόμη και το ίδιο το Σαουδαραβικό Βασίλειο.
Για τη Σαουδική Αραβία, η εκτέλεση του σιίτη κληρικού και η διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με το Ιράν έχει τα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα [2] καθώς:
1. Ακόμη κι αν υπήρχε από πλευράς ΗΠΑ και Τεχεράνης η πρόθεση να αναγνωριστούν και συνυπολογιστούν οι στρατηγικές ανησυχίες του Βασιλείου σε μια ενδεχόμενη συνολική διευθέτηση στη Μέση Ανατολή, η τυχοδιωκτική πολιτική των Σαούντ την έχει καταστήσει πλέον ανέφικτη. Η επιλογή του Ριάντ να κλιμακώσει την ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών, αναγκάζει το Ιράν να σκληρύνει τη στάση του και δυσκολεύει την εξομάλυνση στις σχέσεις τους.
2. Η κίνηση αυτή των Σαουδαράβων έχει απομονώσει ουσιαστικά το Βασίλειο καθώς, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, μόνο το Μπαχρέιν και το Σουδάν προέβησαν σε διακοπή διπλωματικών σχέσεων με την Τεχεράνη. Τα υπόλοιπα καθεστώτα του Κόλπου δε φαίνονται διατεθειμένα ν’ ακολουθήσουν. Ταυτόχρονα, η καταδίκη της εκτέλεσης του αλ-Νιμρ υπήρξε καθολική από ΟΗΕ, ΗΠΑ, Ρωσία και ΕΕ.
3. Το γεγονός πως οι Τζιχαντιστές χάνουν έδαφος στη Συρία και το Ιράκ καθιστά το Βασίλειο ευάλωτο. Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις του ΙΚ στην Ευρώπη, οι πιέσεις προς το Ριάντ να αντιμετωπίσει κατασταλτικά τους ακραίους Ισλαμιστές στην επικράτειά του έχουν ενταθεί και έχουν φέρει το καθεστώς σε ευθεία αντιπαράθεση με κύκλους των ακραίων Ουαχαμπιτών. Υπάρχουν έντονοι φόβοι πως σε περίπτωση ολοκληρωτικής ήττας των Τζιχαντιστών σε Ιράκ και Λεβαντίνη [3], θα σημάνει αυτομάτως, τη μεταφορά του Ιερού Πολέμου στη χώρα των Σαούντ.
Γεγονός αναμφισβήτητο είναι πώς πλέον η σύγκρουση μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας, Σιιτών και Σουνιτών, περνάει σε άλλη φάση και απειλεί να αποσταθεροποιήσει ολόκληρη την περιοχή. Νούμερο ένα προτεραιότητα των ΗΠΑ – της Δύσης γενικότερα – αυτή τη στιγμή για τη Μέση Ανατολή είναι η εξουδετέρωση της απειλής που εκφράζεται από το Ισλαμικό Κράτος. Οι ρωσικοί και δυτικοί βομβαρδισμοί, αναμφίβολα, έχουν συντελέσει στην αποδυνάμωση των Τζιχαντιστών, ωστόσο, όλοι πλέον παραδέχονται πώς χωρίς μία χερσαία συμμαχία μεταξύ του Ιράν και των σιιτών συμμάχων του σε Λίβανο και Συρία – μαζί με τους Κούρδους Συρίας και Ιράκ – , η ολοκληρωτική εξουδετέρωση του ISIS δεν είναι δυνατή.
Καθίσταται σαφές πώς ο ρόλος της Τεχεράνης στα στρατηγικά σχέδια των ΗΠΑ είναι κάτι παραπάνω από σημαντικός. Μία νέα Μέση Ανατολή κυοφορείται και οι σιιτικοί πληθυσμοί των αραβικών κρατών, που καταπιέζονται από τις σουνιτικές πλειοψηφίες (ενίοτε και από τις μειοψηφίες όπως στην περίπτωση του Μπαχρέιν, και νωρίτερα του Ιράκ) βλέπουν την ανάδειξη του Ιράν σε ηγέτιδα δύναμη της Μ. Ανατολής ως μια ευκαιρία να διεκδικήσουν ίσα δικαιώματα με τους Σουνίτες συμπατριώτες τους. Ο “πόλεμος δι αντιπροσώπων”, η παρενόχληση και η μόχλευση εντάσεων, με αιχμή του δόρατος τις σιιτικές μειονότητες, υπήρξε μία αποτελεσματική στρατηγική του Ιράν τα προηγούμενα χρόνια. Η ένταση στις σχέσεις του με τη Σαουδική Αραβία προμηνύεται πως η στρατηγική αυτή θα ενταθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: