Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Βιβλιοκριτική: Μυστική Δράση – Υπηρεσίες Πληροφοριών στην Ελλάδα


Ο πρέσβυς ε.τ. Παύλος Αποστολίδης θεωρείται «ιερό τέρας» για τους νεώτερους Έλληνες διπλωμάτες. Έχοντας υπηρετήσει σε σημαντικές θέσεις (Λευκωσία, Άγκυρα, Βρυξέλλες) και εξαντλήσει την υπηρεσιακή ιεραρχία ως γενικός γραμματέας του υπουργείου Εξωτερικών, διορίστηκε το 1999 διοικητής της ΕΥΠ, μετά την παραίτηση της προηγούμενης ηγεσίας λόγω της υπόθεσης Οτσαλάν (σημειωτέον ότι ο Αποστολίδης εστάλη από την Αθήνα στην Κένυα για «damage control» και εξήλθε από την πρεσβεία του Ναϊρόμπι επικεφαλής των εγκλωβισμένων Ελλήνων και Κούρδων).

Ο διορισμός του σήμανε την «αποστρατικοποίηση» της διοίκησης της ΕΥΠ (ακολούθησαν οι πρέσβεις Κοραντής και Μπίκας και οι νομικοί Παπαγγελόπουλος και Δραβίλλας). Υπηρέτησε επί έξι χρόνια, χρονικό διάστημα μεγάλο όσο και κρίσιμο, καθώς συνέπεσε με την εξάρθρωση της «17 Νοέμβρη» και τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Από το 2010 είναι εκπρόσωπος της ελληνικής πλευράς στις διερευνητικές επαφές με την Τουρκία, ενώ διετέλεσε και υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Πικραμμένου το 2012.
Το βιβλίο του με τίτλο «Μυστική δράση: Υπηρεσίες Πληροφοριών στην Ελλάδα» που κυκλοφόρησε πρόσφατα, δεν είναι απολογισμός της δικής του θητείας, αλλά ένα περιεκτικό χρονικό της δράσης των μυστικών υπηρεσιών (ελληνικών και ξένων) στην Ελλάδα. Ο συγγραφέας είναι ιδιαίτερα φειδωλός για τα γεγονότα της τελευταίας εικοσαετίας, αλλά η εξιστόρηση ως το 1993 είναι πολύ ενδιαφέρουσα, βασισμένη σε έγγραφα στα οποία είχε πρόσβαση ο συγγραφέας κατά τη διάρκεια της θητείας του αλλά και σε ευρύτερα διαθέσιμες πηγές. Το βιβλίο είναι ενδιαφέρον, με επαρκή τεκμηρίωση αλλά χωρίς ανούσιο φόρτο λεπτομερειών, και διακρίνεται για τη νηφάλια προσέγγισή του ακόμη και σε ζητήματα φορτισμένα πολιτικώς. Ακολουθεί μια σύντομη παρουσίασή του.
Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει η καταγραφή των «ιδιωτικών» προσπαθειών συλλογής πληροφοριών κατά τον πρώτο αιώνα ζωής του ελληνικού κράτους, στα πλαίσια πατριωτικών κινήσεων όπως η «Εθνική Άμυνα» και η «Εθνική Εταιρεία». Ιδιαίτερα η δεύτερη, στελεχωμένη από αξιωματικούς (Δαγκλής, Μεταξάς, Μαζαράκης – Αινιάν κ.ά.) και προσανατολισμένη στην υποστήριξη του Μακεδονικού Αγώνα, επεκτάθηκε εκτός της συλλογής πληροφοριών και στην αντικατασκοπεία, ενώ χρησιμοποιούσε και κρυπτογραφικό κώδικα για τις επικοινωνίες της. Παρά τη συκοφάντηση της «Εθνικής Εταιρείας» ως υπαίτιας για την ήττα του 1897 και τη διάλυσή της, το ίδιο πατριωτικό ρεύμα δημιούργησε την «Άμυνα» και το «Μακεδονικό Κομιτάτο» και, μετά την τοποθέτηση του Λάμπρου Κορομηλά ως Γενικού Προξένου στη Θεσσαλονίκη (1904) και τη σχετική του εισήγηση, στελέχωσε με αξιωματικούς τα«ειδικά γραφεία» που δημιουργήθηκαν στα προξενεία της Μακεδονίας και της Θράκης. Όταν ο συντονισμός των αξιωματικών αυτών πέρασε τυπικά στο Υπουργείο Εξωτερικών και το νεοσυσταθέν«Τμήμα Πληροφοριών» του, η πρώτη υπηρεσία πληροφοριών του ελληνικού κράτους, υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Π. Δαγκλή, έλαβε σάρκα και οστά. Ήταν όμως βραχύβια , καθώς το 1909 η ελληνική κυβέρνηση αναγκάστηκε από τις αντιδράσεις του οθωμανικού κράτους και των μεγάλων δυνάμεων να ανακαλέσει όλους τους αξιωματικούς.
Πολύ ενδιαφέρουσα είναι επίσης η περιγραφή της δράσης των μυστικών υπηρεσιών (ελληνικών, συμμαχικών και γερμανικών) στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πέραν των ενεργειών της ελληνικής Υπηρεσίας Ερευνών και Πληροφοριών (ΥΠΕΠ) όπως π.χ. η αποστολή του ταγματάρχη Ι. Τσιγάντε στην Ελλάδα (όπου βρήκε ηρωικό θάνατο), ιδιαίτερη αξία έχει η αποτύπωση της στάσης της Μ. Βρετανίας απέναντι στις αντιστασιακές οργανώσεις στην κατεχόμενη Ελλάδα. Μεταξύ των βρετανικών υπηρεσιών υπήρχε διχογνωμία, καθώς η SOE για επιχειρησιακούς αλλά και ιδεολογικούς λόγους (στελεχωνόταν από αριστερίζοντες Βρετανούς ακαδημαϊκής προέλευσης) στήριζε και τροφοδοτούσε τον ΕΛΑΣ, ενώ το Foreign Office και η ΜΙ6 όντας «παραδοσιακότεροι» θεσμοί στήριζαν την επάνοδο του βασιλιά στην Ελλάδα (ως προς αυτό το θέμα συνιστάται και το εξαιρετικό βιβλίο «Ο Άγγλος Πρόξενος» του Π. Μακρή – Στάικου).
Ενδιαφέρον έχουν και τα στοιχεία του βιβλίου για την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, όπως π.χ. για την επιχείρηση ανατροπής του Χότζα με τη χρήση Βορειοηπειρωτών περί το 1950, το Μακεδονικό Ζήτημα, τα σχέδια «Stay Behind» (Κόκκινη Προβιά κ.ά.). Ως τελευταίο ίσως επεισόδιο της εποχής του Ψυχρού Πολέμου καταγράφεται η αυτομολία του Α΄ Γραμματέα της σοβιετικής πρεσβείας της Αθήνας Sergei Ivanovic Bokhan στις ΗΠΑ το 1985, από την οποία προέκυψαν ενδιαφέροντα στοιχεία για την κατασκοπευτική δράση της ΕΣΣΔ στην Ελλάδα. Μεταξύ άλλων προέκυψε δίωξη κατά αξιωματικού του ΠΝ που κατηγορήθηκε ότι φωτογράφιζε απόρρητα έγγραφα με φωτογραφική μηχανή που του είχε δοθεί από τη σοβιετική πρεσβεία, αλλά και πολίτη που κατηγορήθηκε ότι παρέδιδε στην ΕΣΣΔ τεχνολογία των πυραύλων Stinger, απάρτια των οποίων κατασκευάζονταν στην Ελλάδα. Και οι δύο αθωώθηκαν, αλλά οι λεπτομέρειες που αναφέρονται στο βιβλίο αφήνουν πολλά ερωτηματικά ως προς την ορθότητα των δικαστικών αποφάσεων.
Τέλος, οι αναφορές του βιβλίου στα ανοιχτά εθνικά θέματα (Κυπριακό, ελληνοτουρκικά, Σκόπια) είναι συγκριτικά περιορισμένες. Σχετικά αναλυτικά περιγράφονται μόνο οι ελληνοτουρκικές κρίσεις της δεκαετίας του ’70 (έξοδος του «Χόρα» και σχετικές εκτιμήσεις της ΚΥΠ). Περισσότερο ενδιαφέρον έχουν τα στοιχεία για την κατάσταση στην Κύπρο πριν το 1974 και τον περίπλοκο καμβά σχέσεων μεταξύ ελληνικής κυβέρνησης, κυπριακής κυβέρνησης, ΕΟΚΑ Β΄, ξένων υπηρεσιών κλπ. Τα γεγονότα της εποχής και ο ρόλος της ΚΥΠ περιγράφονται μέσα από έγγραφα, ενώ είναι σαφές ότι ο συγγραφέας έχει άποψη, λόγω της παρουσίας του στην πρεσβεία της Λευκωσίας κατά την κρίσιμη περίοδο.
Εντυπωσιακή, και εξαιρετικά λυπηρή, είναι η χωρίς περιστροφές παραδοχή του συγγραφέα ότι, μέχρι και σήμερα, κάθε αλλαγή κυβέρνησης συνεπιφέρει την αντικατάσταση του συνόλου των ενστόλων που υπηρετούν στην ΕΥΠ με κομματικώς «έμπιστους» αξιωματικούς. Πρόκειται για πραγματική τραγωδία, αν ληφθεί υπ’ όψη η αυτονόητη ανάγκη αξιοποίησης της εμπειρίας πεπειραμένων στελεχών και συσσώρευσης της γνώσης,  στον ευαίσθητο τομέα των πληροφοριών. Και προφανώς ο κομματικός φατριασμός και η αναξιοκρατία δεν περιορίζονται στους ένστολους, αλλά επεκτείνονται και στο πολιτικό προσωπικό. Ο συγγραφέας αναφέρεται αναλυτικά σε φαινόμενα ρουσφετολογικών διορισμών (ιδίως κατά τη δεκαετία του ’80). Παρατηρεί μάλιστα, ότι ακόμα και οι διαγωνισμοί που προκήρυξε ο ίδιος για την αξιοκρατική πρόσληψη ικανών στελεχών με συγκεκριμένα προσόντα, αποδείχθηκαν εκ των υστέρων διαβλητοί μέσω των επιτροπών διαγωνισμού (τις οποίες δεν ήλεγχε ο ίδιος!)
Αν πρέπει να αντληθούν κάποια διδάγματα από το βιβλίο, αυτά αφορούν αφ’ ενός την ανάγκη αύξησης του προϋπολογισμού της ΕΥΠ (ο οποίος κατά το 80-90% αφορά τη μισθοδοσία!) και αφ’ ετέρου την ανάγκη εμπέδωσης αξιοκρατίας και συνέχειας, τουλάχιστον στη στελέχωση των επιχειρησιακών θέσεων. Είναι επίσης αξιοπρόσεκτη η τελική παραίνεση του συγγραφέα, ότι μετά τις αποκαλύψεις Snowden για την έκταση των παρακολουθήσεων που διεξάγονται από την NSA (και την αντίστοιχη βρετανική GCHQ), ως μείζων στόχος της ΕΥΠ θα έπρεπε να τεθεί και η προστασία του απορρήτου των κρατικών τηλεπικοινωνιών. «Εκτός», όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, «αν υιοθετήσουμε τη θέση ότι δεν έχουμε τίποτα να κρύψουμε!»
Και μια παρατήρηση: το βιβλίο του κ. Π. Αποστολίδη περιέχει αναφορές στο Κέντρο Προσφύγων του Λαυρίου, οι οποίες ελάχιστα απέχουν από την επιβεβαίωση των σχετικών τουρκικών κατηγοριών κατά της Ελλάδας. Ομολογείται ότι το ΡΚΚ και το DHKP-C αποφάσιζαν μέσω στελεχών τους ποιος θα γινόταν δεκτός στο Λαύριο, ασκούσαν έλεγχο νομιμοφροσύνης και  ιδεολογική καθοδήγηση. Ομολογείται επίσης ότι οι ελληνικές αρχές είχαν χάσει τον έλεγχο και ο συγγραφέας δηλώνει ότι «ακόμη και σήμερα δεν είναι βέβαιος» αν το Λαύριο ελέγχεται πλήρως. Τέλος, ο τουρκικός ισχυρισμός περί εξάσκησης σε όπλα στο Λαύριο καταγράφεται χωρίς επιβεβαίωση, αλλά και χωρίς διάψευση.  Ασχέτως της αλήθειας και της ακρίβειας των τουρκικών ισχυρισμών, ο συγγραφέας ως εμπειρότατος διπλωμάτης όφειλε να γνωρίζει ότι τέτοιες παραδοχές από διατελέσαντα διοικητή της ΕΥΠ θα αποτελέσουν πολιτικό και προπαγανδιστικό όπλο στη φαρέτρα της Τουρκίας. Όφειλε επομένως, κατά τη γνώμη μας, να τις αποφύγει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: