Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Οργή και απελπισία.

Το σύστημα σε χαρακτήρισε δεινόσαυρο. Δεν έχει σημασία η ηλικία που κουβαλά ο καθένας μας, αλλά ούτε και η οποιαδήποτε εξειδίκευση έχεις. Άλλαξαν όλα τριγύρω εκτός από εμάς τους ίδιους. Δεν ταιριάζουμε στη νέα εποχή, στη νέα τάξη πραγμάτων, στα νέα που εισέβαλαν στην χώρα μας. Δεν είναι τα καινούργια παπούτσια που μάς «κόψανε», είναι τα πόδια μας πολύ μεγάλα για να χωρέσουν σε αυτά. Έτσι, ή θα τα φοράμε κουτσαίνοντας μέχρι να μάς χώσουν στο χώμα ή θα αυτοακρωτηριάσουμε τα πόδια μας μπαίνοντας στην ομάδα αναπήρων του νέου κόσμου που έχει αρχίσει. Αυτός ο κόσμος δεν επιτρέπει ξυπόλητους. Τελεία και παύλα. 


 Για το ποιος φταίει δεν χρειάζονται αναλύσεις και μεγάλες κουβέντες. Κοίτα από το μπαλκόνι σου ποιος στο δρόμο περπατά ανάλαφρα με τα λουστρινένια παπούτσια και θα είσαι σίγουρος για τον ένοχο. Όποιος δεν κουτσαίνει, αυτός σε κατέστησε υποχρεωτικά ανάπηρο. Πολλές φορές δεν χρειάζεται να βγεις καν στο μπαλκόνι. Ακόμη και μέσα στο σπίτι σου ακούς τον θόρυβο που κάνουν τα καινούργια παπούτσια στο δρόμο. Αυτούς που προσαρμόστηκαν στα νέα ήθη. Την διαπλοκή τον χρηματισμό, το εύκολο κέρδος, την κοινωνική αναρρίχηση, τους νεόπλουτους νεοκύπριους. Τους «κόλους τους τίτσιρους» που είδαν το «βρατζί» και «ξιπάστηκαν». Δεν είναι το θέμα χρημάτων που κάνει τη διαφορά, είναι η νοοτροπία.

      Είμαστε μπροστά στην άβυσσο και για να περάσουμε στην απέναντι πλευρά πρέπει να κάνουμε την τελευταία στιγμή ένα Αχίλλειο άλμα πάνω από το φοβερό της χάσμα. Όλοι μας, χάνουμε κάθε μέρα και από κάτι. Την δουλειά μας, το σπίτι μας, το χαμόγελό μας, την όρεξή μας για ζωή. Τη ζωή μας την ίδια. Όπου κοιτάξεις θα δεις ανθρώπους σκυθρωπούς, αγχωμένους, ταλαιπωρημένους, ανθρώπους να φθίνουν. Να λιώνουν. Να τσακίζονται να πέφτουν, ενώ κάποιοι άλλοι «έξυπνοι» ζουν χλιδάτη ζωή, μια ζωή παραμυθένια. Η κρίση δεν τους άγγιξε, οι καταθέσεις τους στις τράπεζες του εξωτερικού διπλασιάστηκαν ή τριπλασιάστηκαν, ανάλογα με τις μίζες που πήραν.  

   Οργή και απελπισία. Και μια πίκρα. Πίκρα ότι κανείς δεν τους είδε, δεν τους άκουσε δεν τους μυρίστηκε. Φαίνεται ζούμε στη χώρα και την εποχή των τυφλών, των κωφών και γενικά στην εποχή που χάθηκε το αισθητήριο των αισθήσεων. Κανείς δεν στάθηκε δίπλα μας κανείς δεν βρέθηκε να υπερασπίζεται τα αγαθά μας να διαφυλάξει την αξιοπρέπεια των προγόνων μας. Ολομόναχοι να τα βγάλουμε πέρα σε αυτή την κατοχή και την λεηλασία. Σε αυτή την επίθεση χωρίς τέλος και χωρίς έλεος. Ένας λαός απροστάτευτος. Ένας λαός προδομένος. Που τον πρόδωσαν οι αρχηγοί και οι οδηγοί του. Οι ίδιοι οι μπροστάρηδές του τον πρόδωσαν. Εκείνοι οι ίδιοι που τον αποκοίμιζαν με υποσχέσεις και λόγους καλογραμμένους πως θα τον οδηγήσουν στην προκοπή. Και που στα κρυφά ξεκοκκάλιζαν τις σάρκες του και έπιναν το αίμα του σε ανούσια γεύματα. Και που καλούσαν και τους εχθρούς του στο βρωμερό τους τραπέζι. Τον προδίνουν ακόμα. Κάθε μέρα τον προδίνουν. Τον σταυρώνουν. Τον πουλάνε σε χοντρική και λιανική. Τον φτύνουν στα κρυφά και τον γλείφουν στα φανερά. Και έχουν, εδώ και χρόνια, προσλάβει σαν βοηθούς και εκτελεστές των άνομων σχεδίων τους, έναν ολόκληρο στρατό. Έναν φρικτό και θορυβώδη στρατό με τους πιο υψηλά αμειβόμενους υπηρέτες του απόλυτου τίποτε. Τελάληδες με ακριβά κουστούμια που, σε μια παρωδία ενημέρωσης, εμφανίζουν το ψέμα τους για αλήθεια και το «μουζεβηρλίκι» για σωτηρία. Χιμπατζήδες γυαλιστεροί , και των τριών φύλων, που σε πριβέ  σώου πουλάνε τα περιττώματα των ψυχών τους για τροφή. Πρόθυμες και πεινασμένες για παχυλά πορτοφόλια φαινομηρίδες που προτείνουν την φτηνή προστυχιά τους για υψηλής ποιότητας ερωτισμό. Σε εκδηλώσεις με ψηλό προϋπολογισμό, με «εκλεκτούς προσκεκλημένους»,  με φωτορυθμικά και «μηχανάκια» αυθορμήτου χειροκροτήματος. Και πίσω από αυτόν τον φανταχτερό στρατό της κολάσεως, αυτό το εργοτάξιο της παρακμής, πίσω ακόμη και από τους εφιάλτες που υποδύονται τον μπροστάρη και τον ηγέτη του λαού, πίσω εκεί στις σκιές, κρυμμένοι οι δοσίλογοι  εκείνοι που κινούν όλα τα νήματα της διαπλοκής, της παρακμής, της κλεψιάς, του εξευτελισμού των θεσμών. Κρατικοί αξιωματούχοι, τραπεζίτες, κοινοτικοί άρχοντες, ελεεινά ανθρωπάκια. Οι λίγοι εκείνοι που κρατάνε στα άπληστα χέρια τους, στα φρικτά τους χέρια, την τύχη και τον πλούτο αυτής της δύσμοιρης χώρας. Από τις πρώτες κιόλας μέρες της απελευθέρωσης από τον άγγλο δυνάστη. Πάντα η ίδια φάρα ανθρώπων.
    Εκείνοι που θέλουν να βγάλουν το πιο υπέρμετρο κέρδος από την αρρώστια, τα φάρμακα του συνταξιούχου, τη μόρφωση του παιδιού, τη λάμπα που ανάβει το βράδυ, το νερό που πίνουμε. Μέχρι τα σκουπίδια και τους βόθρους. Αλήθεια πολλά λεφτά η ανθρώπινη αφόδευση. Το πιο υπέρμετρο κέρδος. Το πιο υπερβολικό. Όσο υπερβολική είναι και εκείνη η αρχαία νόσος από την οποία πάσχουν οι ψυχές τους. Της απληστίας και του πλουτισμού πέρα από κάθε μέτρο. Πλουτισμού από κάθε ανθρώπινη ανάγκη, από κάθε ανάγκη της κοινωνίας. Χωρίς μέτρο και τέλος. Χωρίς έλεος. Ο κόσμος χάνει κάθε μέρα και κάτι. Μα πιο πολύ χάνει την πίστη του. Δεν πιστεύει πια σε τίποτε και σε κανέναν. Δεν εμπιστεύεται κανέναν και τίποτε. Δεν έχει σε κανέναν πια εμπιστοσύνη. Ούτε αρχηγούς, ούτε ήρωες και ηγέτες. Ούτε ιερείς, ούτε ταγούς πνευματικούς και οδηγούς.
    Μόνο την οργή του εμπιστεύεται. Κι μέχρι αυτή η οργή να βρει ξέσπασμα και δικαίωση για την προδοσία, την αρπαγή, την ατιμωρησία και την ανομία, δεν πρόκειται να εμπιστευτεί  κανέναν. Όσο η λεηλασία, η αδικία και η ατιμωρησία συνεχίζεται αμετανόητα, τόσο θα φουντώνει και η οργή. Η οργή του καθενός. Όλο αυτό μας οδηγάει στην άβυσσο. Που μας κοιτάζει πια με το στόμα ορθάνοιχτο και γυρεύει με μια χαψιά να μας καταπιεί. Ίσως πέρα από την άβυσσο να βρίσκεται η ελευθερία. Η ελευθερία που τόσο αγαπήσαμε. Ίσως είναι η ώρα να κάνουμε ένα Αχίλλειο άλμα για να βρεθούμε στη πραγματική ελευθερία και δημοκρατία.

Ντίνος Ορφανός 

Δεν υπάρχουν σχόλια: