Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

Οι τέσσερεις «σκυταλοδρόμοι του θανάτου»

 Το χάνι της Γραβιάς. Αυτή η ονομασία αρμόζει εις μια των επικωτέρων μαχών εξ όσων έχει δώσει η ΕΟΚΑ, η οποία έλαβε χώραν εις ένα αχυρώνα του χωριού ΛΙΟΠΕΤΡΙ τη 2αν Σεπτεμβρίου 1958. μεταξύ αγγλικού στρατού και τεσσάρων γενναίων μαχητών της ΕΟΚΑ, των Ανδρέα Κάρυου, Φώτη Σταύρου Πίττα (διδασκάλου), Ηλία Παπακυριακού και Ξάνθου Σαμάρα. “Είναι πολύ δύσκολο εις εμέ να ξεχωρίσω μεταξύ των τεσσάρων αυτών παλικαριών ποίος ήταν ο γενναίος των γενναίων, διότι και οι τέσσαρες συνηγωνίσθησαν την στιγμήν εκείνη ποίος θα πέθαινε γενναιότερος. Ο ηρωικός θάνατος των με συνεκίνησε βαθύτατα υφ΄ ας συνθήκας συνετελέσθη, αλλά και με υπερηφάνειαν, ως αρχηγός, τον κατεχώρησα εις τας σελίδας της ιστορίας της ηρωικής ΕΟΚΑ, διότι έδειξε ποία στοιχεία περικλείει η Οργάνωσις… «των τρομοκρατών»!! και από ποιά υψηλά ιδεώδη ενεφορούντο οι αγωνιστές της. Και ενταύθα όπως και εις την μάχη του Μαχαιρά κατά Αυξεντίου, οι Άγγλοι στρατιώται μολονότι πολυάριθμοι και διαθέτοντες όλα τα σύγχρονα μέσα δεν κατόρθωσαν να καταβάλουν τους ελαχίστους υπερασπιστάς του αχυρώνος και εχρησιμοποίησαν βενζίνη δια να πυρπολήσουν τον αχυρώνα και εξοντώσουν απάνθρωπως τους εντος αυτού αγωνιζομένους . Ο Κυπριακός και ο ξένος τύπος εξήρε την γενναιότητα των τεσσάρων αγωνιστών, βρετανός δε λοχαγός εδήλωσεν ότι «κατεπλάγησαν όλοι από την μάχη που έδωσε η ΕΟΚΑ στο Λιοπέτρι».Απομνημονεύματα Γεωργίου Γρίβα Διγενή 
  

   Στον αχυρώνα Λιοπετρίου διεξήχθη μια από τις ενδοξότερες μάχες του Κυπριακού Ελληνισμού όπου ο Ανδρέας Κάρυος, ο Φώτης Πίττας, ο Ηλίας Παπακυριακού και ο Χρίστος Σαμάρας  αρνούμενοι να παραδοθούν στο στρατό των Άγγλων αποικιοκρατών έδωσαν τη ζωή τους για την αποτίναξη του Αγγλικού ζυγού, την ελευθερία της Κύπρου και την Ένωση της με την μάνα Ελλάδα. Όλοι τους ήταν καταζητούμενοι, ο Ανδρέας  Κάρυος και ο Φώτης Πίττας είχαν αποδράσει από τα κρατητήρια της Πύλας στις 12 Μαρτίου 1958, ο Ηλίας Παπακυριακού ανήκε στις ομάδες αποστολών του Βαρωσιού και ο Χρίστος  Σαμάρας  ήταν υπεύθυνος Λιοπετρίου. 
     Της μάχης προηγήθηκε η συνάντηση του Ανδρέα Κάρυου, Φώτη Πίττα και Ηλία Παπακυριακού με τον Παναγιώτη  Βαρδάκη, επίσης καταζητούμενο. Έπειτα έφτασαν στο δημοτικό σχολείο Λιοπετρίου, μεσάνυχτα της 30 Αυγούστου, όπου τους περίμενε ο Χρίστος Σαμάρας και ομάδα Λιοπετρίτων. Έμειναν στο Λιοπέτρι και την αυγή ο Ανδρέας Κάρυος έστειλε τον Παναγιώτη Βαρδάκη στο κρησφύγετο του Λιοπετρίου. Την επομένη πραγματοποιήθηκε μυστική σύσκεψη με στελέχη του Λιοπετρίου και τα μεσάνυχτα έφτασαν πληροφορίες για ερχομό Αγγλικών στρατιωτικών αυτοκινήτων στο Λιοπέτρι και διεξαγωγή επιχειρήσεων. Οι καταζητούμενοι επιχείρησαν να αποδράσουν από το Λιοπέτρι δύο φορές. Τη πρώτη φορά πεζοί, κατά τη διάρκεια της νύχτα με συνοδό τον Χρίστο Μάστρου αλλά λόγω του πολυάριθμου αποσπάσματος του Αγγλικού στρατού αποφάσισαν να διαφύγουν με αυτοκίνητο. Ωστόσο συνάντησαν Άγγλους στρατιώτες και ακολούθησε άγρια μάχη. Διέφυγαν και γύρισαν στο σπίτι του Παναγιώτη Καλλή, ιδιοκτήτη του αχυρώνα.
     Ξημέρωσε η 1η Σεπτεμβρίου και το μεσημέρι οι καταζητούμενοι αγωνιστές μπήκαν στον αχυρώνα, μετακίνησαν τα άχυρα και ο Παναγιώτης Καλλής τους προμήθευσε με νερό, ψωμί, αυγά και ρούχα. Αργότερα ήχησε η στρατιωτική διαταγή για κατ’ οίκον περιορισμό και αποκλεισμό. Από τα μεγάφωνα που ήταν εγκατεστημένα στα στρατιωτικά αυτοκίνητα οι τούρκοι «επικουρικοί» ανάγγελλαν το λεγόμενο «κέρφιου»,  καλούσαν δηλαδή τον κόσμο να παραμείνει στα σπίτια του.  Κανείς δεν μπορούσε πια να κινηθεί στις στράτες εκτός από τους Εγγλέζους. Οι πόρτες αμπαρώθηκαν και το χωριό περίμενε με την καρδιά σφιγμένη, ανυπεράσπιστο, βουβό. Οι αγωνιστές κατάλαβαν ότι από λεπτό σε λεπτό οι Άγγλοι θα ερευνούσαν και τον αχυρώνα. Στις κρίσιμες αυτές στιγμές δεν έχασαν καθόλου το θάρρος και την εφευρετικότητα τους. Πριν κρυφτούν, έριξαν στα άχυρα που βρισκόταν μέσα στον αχυρώνα αρτύματα για να παραπλανήσουν τα ανιχνευτικά σκυλιά. Έτσι και έγινε. Οι Εγγλέζοι άρχισαν εξονυχιστικές έρευνες. Μπήκαν στα σπίτι, στον αχυρώνα, κοίταξαν παντού, δεν βρήκαν ίχνη. Έφυγαν. O κόσμος συγκεντρώθηκε σε συρματόπλεχτους χώρους. Έγιναν ανακρίσεις. Ζητήθηκαν πληροφορίες. Μέχρι εκείνη τη στιγμή οι προσπάθειες απέβησαν άκαρπες. 0 κόσμος γύρισε στα σπίτια του. Κάποιοι  όμως κρατήθηκαν για περαιτέρω ανακρίσεις.
      Το πρωί της 2ας Σεπτεμβρίου έγινε νέος κατ’ οίκον περιορισμός και ο ιδιοκτήτης του Αχυρώνα υποβλήθηκε σε νέα βασανιστήρια. Όταν επέστρεψε ο Παναγιώτης Καλλής μπήκε κλεφτά στον αχυρώνα, μίλησε με τα παλικάρια. ‘Όλοι διέβλεπαν τον επερχόμενο κίνδυνο κι είχαν αποφασίσει να δώσουν τη μάχη.
- Αν μας ανακαλύψουν εμείς θα σκοτωθούμε, είπε ο Ανδρέας Κάρυος. Οι τέσσερις ήρωες ήταν αγνοί ιδεολόγοι και τουλάχιστον ο Κάρυος, ο Πίττας και ο Παπακυριακού είχαν δηλώσει μέρες προηγουμένως ότι ήταν αδύνατο να συλληφθούν από τους Άγγλους.  Αγκάλιασαν  τον Καλλή, τον φίλησαν ‘Ήταν ο ύστατος αποχαιρετισμός.
      Τα μεσάνυχτα της 1ης Σεπτεμβρίου οι Άγγλοι χτύπησαν την πόρτα του Παναγιώτη Καλλή, με τη πληροφορία για την τοποθεσία των αγωνιστών. Προχώρησαν στον αχυρώνα και ένας ελληνομαθής δεκανέας, ο Πήτερ Φρέντερικ Φλήητ, φώναξε στα ελληνικά κατά διαταγή του Άγγλου ταγματάρχη Φίλιπ Τζων Ρόουλυ Χέυλαντ:
E, σεις, παραδοθείτε και εβγάτε έξω, αλλιώς οι στρατιώτες Θ’ ανοίξουν πυρ εναντίον σας. Όπως ο δεκανέας μαρτύρησε στη θανατική ανάκριση, επανέλαβε τρεις φορές τα ίδια λόγια και κάθε φορά η απάντηση ήταν μια ριπή. Υπάρχει όμως και η ελληνική πληροφορία ότι ο δεκανέας φώναξε:
“Αν θέλετε τη ζωή σας, παραδοθείτε” αλλά δεν δόθηκε απάντηση. Σιγή απόλυτη επικράτησε στον αχυρώνα. Καμιά μαρτυρία ζωής. Ο προμαχώνας ήταν ήδη περικυκλωμένος κι ο κλοιός του θανάτου αδιαπέραστος. Η ειμαρμένη είχε προδιαγράψει τις εξελίξεις. Ώρες για κούφιες ελπίδες και ψευδαισθήσεις δεν απέμειναν. Ούτε καταδέχονταν τέτοια οι σταυραετοί. Γύρω από τον Αχυρώνα επικράτησε εντάφια σιγή εκείνες τις στιγμές. Οι Εγγλέζοι ταμπουρώθηκαν πίσω από τοίχους, δόμες. Πήραν θέσεις σε μπαλκόνια, βεράντες, στέγες. Ξάπλωσαν στα χαντάκια. Το μυστικό απλώθηκε σε όλο το χωριό. Το Λιοπέτρι σώπαινε και καρτερούσε. Μια κουφόβραση κυριαρχούσε που προμήνυε το σεισμό. Κι έσπασε η τραγική σιωπή από τη φωνή του μεγαφώνου:
- Παραδοθείτε.
- ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ, αντιλάλησαν οι αιώνες. Τα κλείστρα των πολυβόλων σηματοδότησαν με τον ξηρό μεταλλικό κρότο την έναρξη της μάχης. Κι αμέσως, εκρήξεις χειροβομβίδων, ριπές δεκάδων αυτομάτων, συγκλονιστικοί πολυβολισμοί, κραυγές, φωνές πόνου, ουρλιαχτά, εγγλέζικες διαταγές, πανδαιμόνιο. Μια ομάδα στρατιωτών επιχείρησαν να πλησιάσουν τον Αχυρώνα, έκαναν μερικά βήματα, δέχτηκαν στο ψαχνό τις σφαίρες βροχή, ούρλιαξαν κάποιοι, σπάραξαν στο έδαφος και οι άλλοι οπισθοχώρησαν πανικόβλητοι. Τα παλικάρια έτρεχαν, εναλλάσσονταν, βρίσκονταν σ’ όλες τις πολεμίστρες, κροτάλιζαν τ’ αυτόματα, έριχναν χειροβομβίδες, σκορπούσαν το θάνατο. ‘Ένας αξιωματικός διέταξε στρατιώτη να προχωρήσει, εκείνος αρνήθηκε. Τον πυροβόλησε με το περίστροφό του και τον άφησε στον τόπο. Κάποιοι κατάφεραν να βγουν αθέατοι στη στέγη του Αχυρώνα. Άνοιξαν τρύπα, πέταξαν ρούχα λουσμένα με βενζίνη, έβαλαν φωτιά, μα έσβησε. Έφεραν ελικόπτερο, πέταξε πάνω από τον Αχυρώνα, έριξε εμπρηστικά, φούντωσαν οι φλόγες, το Χάνι της Γραβιάς καιγόταν. Μα οι αγωνιστές συνέχιζαν τη μάχη, Τους φώναζαν να παραδοθούν μα εκείνοι απαντούσαν:
- Μολών Λαβέ.
   Έφτασε ως το Αυγόρου ο σάλαγος της μάχης. Κι η μάνα του Κάρυου βγήκε στην αυλή και φώναξε:
- «Δύναμην, γιέ μου. Δύναμην, Να πεθάνεις λεβέντης»!
Ήρθαν νοσοκομειακά δυο τουλάχιστον φορές. Φόρτωσαν νεκρούς, τραυματίες, έφυγαν και ξαναγύρισαν. Κι ο ορυμαγδός του πολέμου συνεχιζόταν, θέριζε ο θάνατος. Κορμιά, λουζόταν με αίμα η γη, μέχρι τις δυο το δείλης. ‘Ώσπου το ελικόπτερο έβρεξε με βενζίνη τον Αχυρώνα. Τα φλογοβόλα μετέτρεψαν τον προμαχώνα σε πυρακτωμένη κόλαση και οι αντάρτες άρχισαν με την τελευταία σφαιροθήκη, ο καθένας με τη σειρά του, την έξοδο, καταιγιστικά πυροβολώντας, μέχρι που διάτρητοι έπεφταν στην αυλή του θυσιαστηρίου νεκροί. Ποιος έπεσε πρώτος, ποιος τελευταίος, κανείς δεν έμαθε ποτέ κι ούτε θα μάθει. Μόνο ισχυρισμοί των Εγγλέζων υπάρχουν για τη σειρά των σκυταλοδρόμων του Θανάτου. Στην ανάκριση λέχθηκε ότι πρώτος έπεσε ο Ανδρέας Κάρυος και σε λίγο ο Χρίστος Σαμάρας. Ακολούθησε ο Φώτης Πίττας και τελευταίος ο Ηλίας Παπακυριακού. Όταν οι καπνοί διαλύθηκαν, οι πυροβολισμοί σταμάτησαν, οι Εγγλέζοι προχώρησαν δειλά-δειλά και λόγχισαν τους πεθαμένους σταυραετούς. Λόγχισαν τα νεκρά κορμιά με λύσσα και πυροβόλησαν τους ήρωες με περίστροφα. Δεν τους φοβόνταν πια! Ο Ανδρέας Κάρυος κι ο Χρίστος Σαμάρας έπεσαν ο ένας κοντά στον άλλο κατά το νότο. 
O δάσκαλος, ο Φώτης Πίττας προς την ανατολή. Κι ο Ηλίας Παπακυριακού βρέθηκε προς το βορρά.
      Τιμούμε και δοξάζουμε τη θυσία των παλικαριών, που ως γνήσιοι Έλληνες Κύπριοι έπεσαν για την απελευθέρωση της βασανισμένης μας Πατρίδας. Η θυσία τους μας συγκινεί και μας εμπνέει ταυτοχρόνως, μας γεμίζει δύναμη για τον δικό μας αγώνα ενάντια στην Κατοχή, την επιβολή της άδικης, ρατσιστικής και διχοτομικής Διζωνικής Δικοινοτικής  Ομοσπονδίας και το κομματικό κατεστημένο που την υποστηρίζει.

     Ντίνος Ορφανός 

Δεν υπάρχουν σχόλια: